Λόγοι της Αγοράς

Ο Απόστολος ο Αθηναίος μονολογεί…

Archive for the ‘Ιστορικά’ Category

Ο Χέμινγουεϊ και το 1922

leave a comment »

Από την Καθημερινή

Tου Hλια Mαγκλινη

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η συζήτηση που έχει ανοίξει η «Κ» σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, ας ξαναθυμηθούμε πώς κατέγραψε εκείνα τα γεγονότα στην εφημερίδα The Toronto Daily Star ένας 23χρονος ρεπόρτερ και εκκολαπτόμενος συγγραφέας: ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ.

Ο Χέμινγουεϊ δεν ήταν παρών στην καταστροφή της Σμύρνης, συνομίλησε όμως με Βρετανούς αξιωματικούς που υπηρέτησαν ως ουδέτεροι παρατηρητές στα μέτωπα της Μικράς Ασίας. Οπως ανέφερε σε μια ανταπόκριση στις 3 Νοεμβρίου, «οι Ελληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και σίγουρα κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από τον στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του [Βρετανού] Ουίταλ. Πιστεύει ότι οι εύζωνοι θα είχαν καταλάβει την Αγκυρα – και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο, αν δεν είχαν προδοθεί». Τι εννοεί ο Βρετανός αξιωματικός όταν μιλάει για προδοσία; «Οταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την εξουσία, όλοι οι Ελληνες αξιωματικοί που βρίσκονταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν αμέσως σε χαμηλότερα πόστα. […] Ηταν έξοχοι πολεμιστές – και μεγάλοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το Κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μια τουφεκιά». Σύμφωνα με τον Ουίταλ: «Σε κάποια μάχη της Μικράς Ασίας, οι εύζωνοι πραγματοποίησαν μια πραγματικά άψογη έφοδο. Ξαφνικά, το ελληνικό πυροβολικό άρχισε να βάλλει εναντίον τους. Ο Αγγλος ταγματάρχης Τζόνσον, επίσης παρατηρητής στη συγκεκριμένη μάχη, άρχισε να ουρλιάζει όταν είδε το μακελειό που γινόταν μπροστά στα μάτια μας».

Ο Χέμινγουεϊ ήταν παρών στο δράμα της Θράκης μετά τη συμφωνία στα Μουδανιά. «Για την Ελλάδα του 1922, η Θράκη ήταν σαν τη μάχη του Μάρνη – εκεί θα παιζόταν και θα κερδιζόταν ξανά το παιχνίδι. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Ολη η χώρα βρισκόταν μέσα σε πολεμικό πυρετό […] Κι ύστερα, συνέβη το αναπάντεχο: οι Σύμμαχοι χάρισαν την ανατολική Θράκη στους Τούρκους και έδωσαν στον Ελληνικό Στρατό προθεσμία τριών ημερών για την εκκένωσή της…». Ο Χέμινγουεϊ συγκλονίζεται από την εικόνα των Ελλήνων στρατιωτών. «Ολη τη μέρα τους έβλεπα να περνούν από μπροστά μου. Κουρασμένοι, βρώμικοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι. Και γύρω τους η σιωπή της ξαφνιασμένης Θράκης. Εφευγαν. Χωρίς μπάντες, χωρίς εμβατήρια, χωρίς καν περίθαλψη! […] Αυτοί οι άντρες ήταν οι σημαιοφόροι της δόξας που πριν λίγο καιρό λεγόταν Ελλάδα. Κι αυτή η εικόνα ήταν το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας».

Ο αείμνηστος Φρέντυ Γερμανός «ξέθαψε» πρώτος τις ανταποκρίσεις του Χέμινγουεϊ και τις παρέθεσε στο περιοδικό «Διαβάζω» (τχ. 159, 13/1/1987), σχολιάζοντας: «Τις καταθέτω στη μνήμη των φαντάρων εκείνων που, καθώς έσερναν τα βήματά τους, περνούσαν χωρίς να το ξέρουν μπροστά στο νικητή του αυριανού Νόμπελ: έναν αμούστακο νεαρό που κρατούσε σημειώσεις σε ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο».

Written by apostolosathinaios

Νοέμβριος 20, 2009 at 09:37

Αναρτήθηκε στις Ιστορικά

Tagged with ,

Από Ιησούς, Χριστός…

leave a comment »

Από Το Βήμα

«Οι ελληνικές ρίζες του χριστιανισμού. Τα Ευαγγέλια και οι επιρροές τους από την τραγωδία, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και το ελληνιστικό μυθιστόρημα

Ν. ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ | Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Θα μπορούσε το μήνυμα- και μόνο αυτό- ενός εβραίου κήρυκα που έζησε και κήρυξε γύρω στο 30 να αποτελέσει τη βάση μιας θρησκείας που εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο και έγινε καθολική; Οχι, μας λέει ο Μπρυνό Ντελόρμ στο τελευταίο του βιβλίο που έχει τον δηλωτικό τίτλο «Ο Ελληνας Χριστός» ακριβώς για να δείξει ότι η καθολικότητα του χριστιανισμού οφείλεται στις… ελληνικές πηγές του. Ο Ντελόρμ είναι θεολόγος και ειδικός στην ερμηνευτική των κειμένων και το καινούργιο βιβλίο του λειτουργεί ήδη προκλητικά. Ο ιστορικός Μορίς Σαρτρ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τουρ και ειδικός του ανατολικού κόσμου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο (το βιβλίο του L΄Οrient Romain, Εκδόσεις Seuil και, αγγλική έκδοση, Τhe Μiddle Εast Under Rome, Ηarvard University Ρress, θεωρείται κλασικό), παρουσίασε με εξαιρετικά θετικό τρόπο τη μελέτη του Ντελόρμ στις σελίδες της εφημερίδας Le Μonde (27 Φεβρουαρίου 2009). Είναι χαρακτηριστική η κατακλείδα της κριτικής, αφού δημιουργεί από μόνη της ένα θέμα πολεμικής: «Ενώ είναι θέμα πολιτικής ευπρέπειας για τη σύγχρονη θεολογία να επιμένει στις εβραϊκές ρίζες και στο αραμαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε ο Ιησούςπράγμα που είναι προφανές-, τείνουμε συχνά να αρνούμεθα την καθαρά ελληνική διάσταση στην επεξεργασία της μορφής του Χριστού, τη μόνη που μπορεί να εξηγήσει την παγκόσμια ακτινοβολία του».

Τα θεμελιώδη κείμενα
Η θέση του Ντελόρμ είναι ότι τα θεμελιώδη κείμενα του χριστιανισμού, δηλαδή τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, των οποίων η επεξεργασία είναι έργο μιας γενιάς μετά τον θάνατο του Ναζωραίου, τίποτε ή τουλάχιστον ελάχιστα στοιχεία υιοθετούν από την εβραϊκή και αραμαϊκή παράδοση ενώ οφείλουν τα πάντα στην ελληνική. Κατά τον συγγραφέα «κανένα ιουδαϊκό λογοτεχνικό δημιούργημα δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πηγή ή ως πρότυπο, ακόμη και αν υπάρχει ένα υπόστρωμα αραμαϊκών προφορικών παραδόσεων, αυτό δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την επεξεργασία ενός τόσο πλήρους γραπτού συνόλου, τέλεια συντεταγμένου στα ελληνικά». Πέντε ήταν τα στοιχεία του ελληνικού υπόβαθρου πάνω στα οποία στηριζόταν ολόκληρος ο μεσογειακός κόσμος αυτήν την εποχή. Η ελληνική γλώσσα, η κοινή · το μοντέλο του άστεως, της πόλεως, που ως πολιτική αλλά και κοινωνικοπολιτιστική οντότητα υιοθετήθηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και απέκτησε παγκόσμια διάσταση· η Παιδεία, όχι μόνο ως εκπαίδευση αλλά και ως φιλοσοφικός στοχασμός, με συνιστώσες τη διδασκαλία των πυθαγορείων, των πλατωνικών και των στωικών· η ηθική, που σφραγίζεται από τον πολυθεϊσμό και την ανεκτικότητα· και τέλος η αναζήτηση από τους Ελληνες αυτού που θα ονομάζαμε μετά θάνατον σωτηρία.

Πριν από τον Ντελόρμ, και άλλοι είχαν ασχοληθεί με τις ελληνικές ρίζες των θεμελιωδών κειμένων του χριστιανισμού, όπως ο θεολόγος, ειδικός της Καινής Διαθήκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης Ντανιέλ Μαργκερά, που έδειξε τις οφειλές του Ευαγγελιστή Λουκά στην ελληνική παράδοση. Είναι επίσης από καιρό γνωστή η λειτουργία και άλλων δανείων. Για παράδειγμα, η «Οδύσσεια» του Ομήρου βρίσκεται πίσω από τις περιπλανήσεις του Αποστόλου Παύλου στις πόλεις της Μεσογείου, ενώ πίσω από τα Πάθη του Χριστού βρίσκεται η δίκη του Σωκράτη. Κατά τον Μπρυνό Ντελόρμ, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζονται αλλά και χτίζονται τα Ευαγγέλια είναι η ελληνική τραγωδία, οι πλατωνικοί διάλογοι, τα έργα του Αριστοτέλη και το ελληνιστικό μυθιστόρημα. Αλλά σε αντίθεση με την κάθαρση της ελληνικής τραγωδίας τα Ευαγγέλια ολοκληρώνονται με την Ανάσταση, που στοιχειοθετεί οπωσδήποτε, μέσα στο πλαίσιο της αφήγησης, ένα αίσιο τέλος.

Το βάρος της Ιστορίας

Ευαγγέλιο του 12ου αιώνα και ο Ευαγγελιστής Λουκάς

Η ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού δεν αμφισβητείται από τον Μπρυνό Ντελόρμ σε αυτό το βιβλίο. Ετσι κι αλλιώς αυτό το θέμα ελάχιστα απασχολεί τον συγγραφέα, γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η μορφή του Ιησού από τη Ναζαρέτ όσο η μορφή του Χριστού. Αλλωστε, «σύμφωνα με τους πλέον στοιχειώδεις κανόνες της ελληνικής ρητορικής, το σημαντικό στα Ευαγγέλια δεν είναι η ιστορική πραγματικότητα των συμβάντων και των γεγονότων αλλά η αληθοφάνειά τους και η αφήγησή τους με τέτοιον τρόπο που να υποβάλλει και να επιβάλλει την πίστη». Μπορεί ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ να ανήκει στην ιστορία αλλά η μορφή του Χριστού, κατασκευασμένη με το μέγιστο της αληθοφάνειας, είναι εκείνη που κινητοποιεί τον ενθουσιασμό των πιστών. Η θεμελιώδης αλήθεια προέρχεται από τον Χριστό και όχι από τον Ιησού. Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ μπορεί να είναι Ιουδαίος και πρόσωπο της ιστορίας αλλά ο Χριστός είναι δημιούργημα της ελληνικής παράδοσης. Γράφει ο Μπρυνό Ντελόρμ, σχετικά: «Γιατί αυτός δεν θα μπορούσε να αναδυθεί από το χώμα της ιουδαϊκής και της παλαιστινιακής γης, αν δεν υπήρχε ο μεγαλειώδης μοχλός της ελληνικής ρητορικής, η οποία με το πνεύμα της τραγικής σκηνοθεσίας και με τη δύναμη της πειθούς τού επέτρεψε να γίνει παγκόσμιος και καθολικός».

Τεκμηριωμένο, πειστικό, με γλώσσα δοκιμιακή και ταυτόχρονα κατανοητή και γοητευτική, το βιβλίο του Ντελόρμ έχει και άλλες αρετές. Ο Μορίς Σαρτρ στην κριτική του, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, επισημαίνει ότι ο Ντελόρμ δεν απομονώνει τους συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών κειμένων από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν και με τον οποίο αναγκαστικά είναι αλληλέγγυοι, τόσο σε επίπεδο διανοητικό και φιλοσοφικό όσο και σε επίπεδο πολιτικό και καλλιτεχνικό. Το τελευταίο εκδηλώνεται πολύ χαρακτηριστικά στην κυρίαρχη αυτοκρατορική λατρεία αυτής της Ρωμαϊκής εποχής. Πρότυπο της λατρείας των ρωμαίων αυτοκρατόρων είναι η μεταλλαγή του θνητού σε θείο όν; Είναι μήπως τυχαία η σύμπτωση με τα Ευαγγέλια;»

Written by apostolosathinaios

Μαρτίου 11, 2009 at 15:03

Το τέλος της Ρωσίας;

2 Σχόλια

Έγραφα προ καιρού για το μέλλον της Οικονομίας του Κωλόμπαρου (όρος του  La Ivolution– Ευχαριστώ!) που έχουν στήσει οι καθ’ημάς Ολιγάρχες, παρατηρώντας ότι η πτώχευσή μας είναι πλέον κάτι περισσότερο από πιθανή.

Έγραφα όμως επίσης ότι σ’αυτό το μονοπάτι δεν θα είμαστε μόνοι μας. Στην τελική, η ξεφτίλα θα είναι μοιρασμένη.

Ένα ενδιαφέρον αρθράκι του Yuri Afanasiev (21.01.2009) από το democracy.net, μου θύμισε ποιοι είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς μας (και αρχηγοί της φαμίλιας μάλιστα) σε οικονομική οργάνωση (ήγουν σε διαφθορά, μίζες, διαπλοκή κράτους-εκκλησίας-μαφίας μ’όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, εθνικιστικούς παροξυσμούς για φερετζέ κ.λπ.), και ότι ό,τι κινδυνεύουμε να υποστούμε εμείς, αυτοί έχουν αρχίσει ήδη να το λούζονται…

Βλέπεις, αυτοί ως γνήσιοι πατριάρχες του είδους έχουν ήδη κυβέρνηση τον ΛΑΟΣ και πορεύονται αναλόγως.

Γράφει ο Afanasiev για την Ρωσία του αύριο, ότι με την παρούσα της πορεία είναι καταδικασμένη σε καταστροφή -όχι μόνον πολιτική και οικονομική, αλλά και πολιτιστική:

«But the financial and economic crisis radically changes an already oppressive situation. It reveals the fragility of the Putin regime’s strategy, and his means of governing.

Rather than revenues from oil and gas flowing in as usual, capital is flowing out. Production is dropping, unemployment is growing. Unresolved problems of health, education and housing have been drastically aggravated. With oil prices below the $70 that was allowed for in the budget, the government will have to wring money out of the population, as the reserve fund and the gold supply is not going to last long.

How is the regime going to manage to do this while maintaining its strategy of facing down the West and America? How can the population be controlled, when 40% live in poverty, and 15-20% of this 40% are practically beggars? More than 60% of our fellow citizens live in small towns and villages. It is there, on the social periphery, that paternalistic attitudes are most entrenched. This population is almost totally lacking in the material or spiritual resources, or the social means to change its position and lift itself out of its chronic depression.

This chaotic mass of people is the bedrock of our corruption. This is inevitable, constantly driven back into poverty as it is , swelling the ranks of the unemployed, lacking all political organization, sustained by none of the structures of a civil society.

Corruption is increasing almost exponentially. It dominates almost all sectors of society and all levels of power, including (so we are being told) the highest  levels, headed by the president and prime minister. It is one of the most destructive consequences of the lack of structural and functional differentiation in contemporary public life.

Movement means life, as we all know. Today’s «God, Tsar and Motherland» personified by Putin asks us to agree that morning gymnastics Russian-style («rising from our knees» to drums and fanfares) means movement, life. And everyone believes them. They go through the motion of those morning gymnastics. Keeping their clenched fist in their pocket. Ready to beat up anyone who falls down.

But we’re going to fall down – and we’ll fall down together.

If we go on like this we will very soon bring about the end of the cultural and historical phenomenon that is still known as Russia

Ολόκληρο το κομμάτι εδώ. Διαβάστε το, είναι ενδιαφέρον.

Written by apostolosathinaios

Ιανουαρίου 28, 2009 at 13:28

Το Παιχνίδι παραχόντρυνε… Και θα συνεχίσει να χοντραίνει.

leave a comment »

Σε παλαιότερο ποστ επιχειρούσα μια ιστορική προσέγγιση της γεωπολιτικής σύγκρουσης που έμεινε γνωστή με το όνομα Μεγάλο Παιχνίδι. Κύρια θέση του ποστ εκείνου ήταν ότι το Παιχνίδι αποτελούσε -και αποτελεί- νομοτελειακό αποτέλεσμα της γεωπολιτικής πραγματικότητας και της ιστορικής εξέλιξης. Η Ρωσία είναι ότι είναι επειδή βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, και κάνει ό,τι κάνει επειδή όποια άλλη επιλογή θα ήταν για την ίδια απλώς χειρότερη. Αντιστρόφως, η εκάστοτε δυτική δύναμη που αντιμάχεται την έξοδο της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες, εμπλέκεται σ’αυτήν την αμφίβολη και ενεργοβόρα σύγκρουση διότι κάθε απόπειρα απομάκρυνσης εν τέλει αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο ενεργοβόρα και επικίνδυνη από αυτήν καθ’εαυτήν την εμπλοκή. Μια Ρωσία που απλώς θα αποδεχόταν την κυριαρχία της Δύσης στην Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό, θα ήταν μια χώρα με ημερομηνία λήξεως: καταδικασμένη στην υπανάπτυξη, περικυκλωμένη, και βασισμένη πλήρως για την επιβίωσή της στην καλή θέληση (ή τις διαφωνίες) των δυτικών δυνάμεων. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα πρόσφατά μας χρόνια λέει αυτήν την ιστορία: η αποδοχή από την Σοβιετική Ένωση του Λενινιστικού δόγματος εξήγησης σχετικά με τον ιμπεριαλισμό και -κατά συνεπαγωγή- η απόσυρσή της από το Μεγάλο Παιχνίδι είχαν συντριπτικές συνέπειες για την εσωτερική της οικονομία, ενώ απάλλαξαν το δυτικό στρατόπεδο από μια σημαντική πίεση. Η βεβιασμένη (σχεδόν πανικόβλητη) επανείσοδος στον αγωνιστικό χώρο με την εισβολή στο Αφγανιστάν συνέβη πολύ αργά.

 Παρομοίως, μια Δύση που θα παραχωρούσε αμαχητί την Ανατολική Μεσόγειο και την Υποήπειρο στην ρωσική επιρροή θα’ταν μια αποβιομηχανοποιούμενη οντότητα, με συνεχώς συρρικνούμενη την οικονομική της δυναμικότητα λόγω προβληματικής πρόσβασης σε πηγές και αγορές. Ειδικά για την δυτική Ευρώπη (που είναι χαρακτηριστικά φτωχή σε πηγές, γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της ήδη από τα χρόνια των Σταυροφοριών), αυτό θα αποτελούσε πρωτοφανές πισωγύρισμα περίπου 600 ετών, στην προαποικιακή εποχή, και θα έφερνε σχεδόν μαθηματικά την υποδούλωσή της (φανερή ή όχι δεν έχει πρακτική σημασία) στην Ρωσία.

Το Μεγάλο Παιχνίδι είναι γεωπολιτική αναγκαιότητα. Και δεν πρόκειται να σταματήσει, παρά μόνον στην υποθετική περίπτωση της απόλυτης εξοντώσεως ή υποδουλώσεως μιας εκ των δύο πλευρών. Και οι κύριες στοχεύσεις των αντιπάλων ιμπεριαλισμών και, κατά συνέπεια, τα κύρια μέτωπα της σύγκρουσης παραμένουν σταθερά δεδομένα μέσα στον χρόνο: Ανατολική Μεσόγειος, Αφγανιστάν και Πακιστάν, εν τέλει Ινδία. Αυτά που δεν παραμένουν σταθερά δεδομένα μεσ’ τον χρόνο, αλλά είναι συνεχώς μεταβαλλόμενα μεγέθη είναι η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η αμεσότητα της εμπλοκής των πρωταρχικών παιχτών: το πόσο ανοιχτά πολεμική θα είναι η αναμέτρηση, και το πόσο οι εκάστοτε δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορικές δομές θα προχωρήσουν σε ανάπτυξη δικών τους δυνάμεων στην περιοχή, (επανα)καθορίζονται κάθε φορά ανάλογα με πληθώρα παραγόντων οικονομικών και πολιτικών (χωρίς αυτό να σημαίνει ωστόσο ότι ο καθορισμός γίνεται επί μηδενικής βάσεως…Τουναντίον!).

 

Κατά την ιστορικά κύρια φάση του Μεγάλου Παιχνιδιού, αυτήν ανάμεσα στην Βρετανική Αυτοκρατορία και την Ρωσία (κατά τον 19ο αιώνα), και οι δύο πλευρές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για τη διατήρηση αυτών των δυο μεγεθών όσο πιο κοντά στο μηδέν ήταν δυνατόν.Και το Λονδίνο και η Μόσχα αντιλαμβάνονταν ότι μια καθαρή νίκη στο Παιχνίδι θα εξασφάλιζε αυτόματα, για τον μεν νικητή απόλυτο πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων δυνάμεων, για τον δε χαμένο απλά την ανυπαρξία. Η επίτευξη όμως αυτού του καθαρού αποτελέσματος στην Κεντρική Ασία και τα Βαλκάνια απαιτούσε ολικό πόλεμο, που κινδύνευε μάλιστα μετά την έναρξή του να αποδειχθεί ατελείωτος. Η μεν Μόσχα έκρινε ότι θα μπορούσε να περιμένει καλύτερες μέρες, το δε Λονδίνο αποφάσισε να επαναπαυθεί στην βιομηχανική ανάπτυξη που του χάριζαν απλόχερα οι πηγές και οι αγορές των αποικιών. Το Παιχνίδι έγινε θέμα των ντόπιων αντιπροσώπων των δυο Αυτοκρατοριών, και η σύγκρουση λάμβανε χώρα κυρίως μέσω διπλωματών, κατασκόπων, ανταρτών, σαμποτέρ, προβοκατόρων, τραπεζών, εταιριών -με αποφυγή όσο δυνατόν εκτεταμένων και μακροχρόνιων συγκρούσεων, αιματοχυσιών και ανάπτυξης ταυτόχρονα βρετανικών και ρωσικών στρατευμάτων.

 

Το Μεγάλο Παιχνίδι ήταν σύγκρουση που διεξαγόταν έτσι διότι το κόστος που απαιτείτο για την ολική νίκη σ’αυτό, καθώς  και το ρίσκο της πιθανής ήττας ήταν τεράστια, ενώ οι πολιτικές και οι οικονομικές συνθήκες δεν δικαιολογούσαν σε καμμία περίπτωση την ανάληψη αυτού του κόστους και αυτού του ρίσκου από κανέναν από τους αντιμαχόμενους. Η Βρετανία είχε πλεονέκτημα σαφές από την μη κατάληξη της σύγκρουσης και άρα κανέναν λόγο να επιδιώξει την βίαια λύση, ενώ η τσαρική Ρωσία μπορούσε με σχετική ασφάλεια να εκτιμά ότι αυτή καθ’εαυτή η ύπαρξή της θα απειλείτο περισσότερο από έναν ανοικτό πόλεμο με το Λονδίνο, παρά από την χρόνια υπανάπτυξη που προκαλούσε η έλλειψη εξόδου στις «θερμές θάλασσες». Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι ο υπολογισμός αυτός αποδείχτηκε λανθασμένος στην βάση του: οι εξαθλιωμένοι του εσωτερικού μ’ένα μικρό γερμανικό σπρώξιμο ήταν δυνητικά  πιο θανάσιμος εχθρός από τους υπερχορτάτους του Μπάκιγχαμ. Αλλά όταν η τσαρική κυβέρνηση σχεδίαζε βάσει αυτού του συλλογισμού, αυτός έμοιαζε απολύτως σωστός.

 

Οι εποχές όμως αλλάζουν. Και τα παιχνίδια επίσης…

 

Το Μεγάλο Παιχνίδι στην Κεντρική Ασία (κι όχι μόνο) γίνεται ολοένα και βιαιότερο. Η παλιά τακτική της αποφυγής των εκτεταμένων συγκρούσεων έχει εν πολλοίς αντικατασταθεί από ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις, ήδη από την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ, φυσικός διάδοχος της Βρετανίας στην περιοχή, έδειξαν για καιρό ότι μένουν πιστές στο διπλωματικό δόγμα των Λόρδων και αποφεύγουν την απευθείας ανάμειξη, μόνο και μόνο για να χωθούν στο τέλος το ίδιο βαθειά με τους Ρώσους σε μια εισβολή στο Αφγανιστάν επί Μπους του Β’. Οι κάποτε χειρουργικές τρομοκρατικές ενέργειες – προβοκάτσιες, που’χαν στόχο την υποδαύλιση μίσους, είτε ανάμεσα στις ντόπιες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες, είτε ανάμεσα στους ντόπιους και την αντίπαλη αυτοκρατορία, αντικαθίστανται γοργά από μαζικές τρομοκρατικές πράξεις με εκατοντάδες νεκρούς κάθε φορά. Οι δε επαναστάσεις, ταραχές, και μικροεμφύλιοι της περιοχής γίνονται φαινόμενα συχνότερα, μακρύτερης διάρκειας, και πολύ μεγαλύτερων αριθμών θυμάτων. Και οι δυο πλευρές έχουν αφήσει στην άκρη τα γάντια του τζέντλεμαν όσον αφορά την Κεντρική Ασία και την Υποήπειρο και χτυπιούνται με μανία.  Σχεδόν σαν να έχει γίνει ξαφνικά αμελητέο το κόστος ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου… Ή μήπως έχει όντως γίνει;

 

Προ δύο μηνών έπεσε στα χέιρα μου ένα ενδιαφέρον κείμενο του Λόρεν Γκόλντνερ με τίτλο «Το πλασματικό κεφάλαιο για αρχαρίους: Ιμπεριαλισμός, «Αντιϊμπεριαλισμός» και η διαρκής επικαιρότητα της Ρόζα Λουξεμπουργκ», το οποίο το θεώρησα ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τα πολιτικά συμβαίνοντα των τελευταίων τριάντα ετών. Το κείμενο αυτού του ποστ γραφόταν, όταν ανακάλυψα το ίδιο κείμενο μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον visqom@yahoo.com και αναρτημένο στο Indymedia, καθώς επίσης και στο ιστολόγιο του Χρίστου Μόρφου. Το κείμενο αυτό αποτελεί από μόνο του -αν και δεν ήταν αυτός ο στόχος του συγγραφέα του- μια πολύ καλή απάντηση στις ερωτήσεις: «Γιατί χόντρυνε τόσο το Μεγάλο Παιχνίδι;» και «Γιατί θα συνεχίσει να χοντραίνει;» Διαβάστε το! Βέβαια υπάρχει μια ακόμη ερώτηση κλειδί που απαιτεί απάντηση -επειγόντως:

«Μέχρι ποίου σημείου θα επιτρέψουμε στο Παιχνίδι να χοντρύνει;»

Written by apostolosathinaios

Δεκέμβριος 5, 2008 at 18:05

Στα ίχνη του τάφου του Σωματοφύλακα Ντ΄ Αρτανιάν

leave a comment »

Από τα σημερινά ΝΕΑ:

Κοντά στον τάφο του πιο διάσημου από τους Τρεις Σωματοφύλακες του Αλέξανδρου Δουμά, του Ντ΄ Αρτανιάν, πιστεύουν ότι βρίσκονται οι ερευνητές.

Ύστερα από πέντε χρόνια ερευνών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι βρίσκεται σε μια μικρή ολλανδική εκκλησία, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το σημείο όπου άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο Τσαρλς Ντε Μπατζ Ντε Καστελμόρ Ντ΄ Αρτανιάν σκοτώθηκε κατά την πολιορκία του Μάαστριχτ, στις 25 Ιουνίου του 1673 και σύμφωνα με Γάλλους ιστορικούς ετάφη λίγο πιο μακριά, στην εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο Βόλντερ. «Η τοποθεσία είναι πολύ ακριβής», υποστηρίζει η Οντίλ Μπορντάζ, συγγραφέας πολλών βιβλίων για τους σωματοφύλακες, παρά την άποψη που θέλει τη σορό του Ντ΄ Αρτανιάν να έχει μεταφερθεί στη Γαλλία.

«Πιστεύω πως οι πιθανότητες να βρεθεί η σορός του Ντ΄ Αρτανιάν είναι 50%, αλλά θα ήταν υπέροχο αν τον βρίσκαμε. Το όλο εγχείρημα μοιάζει με αστυνομική έρευνα», εκτιμά η κ. Μπορντάζ, που δηλώνει πως έχει κάνει μεν έρευνες αλλά δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει τον τάφο του διάσημου σωματοφύλακα στη Γαλλία.

Ο τοπικός ιερέας παρ΄ ότι θεωρεί ότι είναι αρκετές οι πιθανότητες ο Ντ΄ Αρτανιάν να έχει ταφεί μέσα ή κοντά στην εκκλησία, διευκρινίζει ότι οι ιστορικοί θα πρέπει να υποδείξουν το ακριβές σημείο όπου θα γίνει έρευνα. «Δεν μπορούμε να σκάψουμε παντού ψάχνοντας», δηλώνει, δεδομένου ότι μπορεί να βρεθεί ο τάφος, όχι όμως και η σορός.

Written by apostolosathinaios

Νοέμβριος 17, 2008 at 11:48

Αναρτήθηκε στις Ιστορικά

Tagged with ,

Από το Βυζάντιο ως τον Ιβάν τον Τρομερό

leave a comment »

» Όλη η Pωσία, το Kίεβο, το Σμόλενσκ και άλλες πόλεις με τα περίχωρά τους… από την θεϊκή βούληση, από τους προπάππους μας, ανέκαθεν αποτελούν την πατρική μας περιουσία «.
Ιβάν Γ’ 15ος αιώνας

Α. Νέα Ρώμη και Τρίτη Ρώμη

 

Η ζωτική σημασία του ελέγχου της Μαύρης Θάλασσας μέσω του ελέγχου των Ανατολικών Βαλκανίων και της Κωνσταντινούπολης ήταν κατανοητή στους Ρώσους ήδη από τον βαθύτερο Μεσαίωνα: οι Ρως του Κιέβου είχαν δώσει σαφέστατα δείγματα των προθέσεών τους από το 968, όταν κατόπιν πρόσκλησης του Βυζαντίου εισέβαλλαν στην Βουλγαρία και, αφού κέρδισαν τον πόλεμο αντί ν’αποχωρήσουν θριαμβευτές και να παραδώσουν τα εδάφη στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, επιχείρησαν να μεταφέρουν την πρωτεύουσα του κράτους τους στην κατακτημένη βουλγαρική πρωτεύουσα Πρέσλαβ. Η αντίδραση του Ιωάννη Τσιμισκή ήταν άμεση και δυναμική και τα χειρότερα αποφεύχθηκαν. Ομοίως, η δυνητική επικινδυνότητα των Ρώσων για τον γεωπολιτικό έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας από την Κωνσταντινούπολη ήταν πλήρως αντιληπτή από κάθε βυζαντινή κυβέρνηση από τον 10ο αιώνα και μέχρι και το 1204.

Kiev Rus IX-X (with military campaigns).jpg

Πράγματι, με τον «εκχριστιανισμό» (μια βαθύτατα πολιτική επιλογή καθεαυτή) του ρωσικού πριγκιπάτου, η βυζαντινή μηχανή εγκαθίδρυσε επί αυτού πολύ προσεκτικά έναν μηχανισμό ιδεολογικού-θρησκευτικού ελέγχου που δεν απαντάται σε κανένα άλλο μέλος της άτυπης «βυζαντινής κοινοπολιτείας». Η ρωσική εκκλησία εντάχθηκε στην κωνσταντινουπολίτικη, και ο Επίσκοπός της ήταν πάντα Ρωμαίος πολίτης που στελνόταν γι’αυτόν τον σκοπό από την βυζαντινή πρωτεύουσα -πρακτικά ορισμένος από τον αυτοκράτορα. Φαίνεται ότι οι βυζαντινοί αυτοί Επίσκοποι ασκούσαν ιδιαίτερα επίμονη φιλοβυζαντινή πολιτική, διότι οι συγκρούσεις ανάμεσα σ’αυτούς και τους ντόπιους υφισταμένους τους όχι μόνον δεν έλειπαν, αλλά ήταν ο κανόνας (για τις κρίσεις αυτές ιδιαίτερα κατατοπιστικά είναι τα σχετικά με την ρωσική εκκλησία κεφάλαια των «Byzantium: An Introduction to East Roman Civilization», από τους Norman Hepburn Baynes και Henry St. Lawrence Beaufort Moss και «Byzantium, the Empire of New Rome» του Cyril A. Mango). Η πλέον προφανής εξήγηση γι’αυτήν την βυζαντινή επιμονή είναι η γεωπολιτική πραγματικότητα, όπως την έβλεπε η Κωνσταντινούπολη: με σχεδόν άπειρες δυνατότητες επέκτασης προς τις στέππες της Κεντρικής Ασίας και φύσει φιλοπόλεμη, η νεαρή Ρωσία μπορούσε από την αρχή να έχει βάσιμες αυτοκρατορικές βλέψεις, που -λόγω και των Σλάβων σε Βαλκάνια και Κεντρική Ευρώπη- θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικά αποτελέσματα και για το Βυζάντιο.

Η αναμέτρηση που φοβόταν η βυζαντινή ελίτ δεν ήρθε ποτέ, διότι εν τέλει και η Ανατολική Αυτοκρατορία και το Πριγκιπάτο των Ρως έπεσαν θύματα των μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων του 13ου αιώνα: η μεν Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Σταυροφόρους το 1204 (και η «Λατινική Αυτοκρατορία» που την ακολούθησε δεν έγινε ποτέ γεωπολιτική οντότητα με έστω μερικώς αυτόνομη ύπαρξη), το δε κράτος του Κιέβου υπέφερε από εκτεταμένη διαίρεση λόγω του ημιφυλετικού του χαρακτήρα, καταστροφικούς εμφύλιους πολέμους (όχι και χωρίς την βοήθεια των δυτικών γειτόνων του), ώσπου τα κρατίδια που προήλθαν από τις διασπάσεις του υποδουλώθηκαν σταδιακά στους Μογγόλους (περίπου 1230-1480, όλο το κράτος εκτός από την περιοχή του Νοβγκορόντ).

Παραδόξως, η υποδούλωση στους Μογγόλους αποτέλεσε συστατικό της μετέπειτα αυτόνομης ρωσικής πολιτιστικής εξέλιξης, αλλά και στρατηγικής δυναμικής. Aυτή η κατάκτηση έκοψε απόλυτα την σύνδεση ανάμεσα στα υποταγμένα κρατίδια και τον Βόσπορο, απελευθέρωσε την «εθνική» τους Εκκλησία, και τα ενέταξε καθοριστικά σ’έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχούσε ως ηρωϊκό πρότυπο η φιγούρα του Τατάρου πολεμιστή της Στέππας. Η έκρηξη δε των «βόρειων σταυροφοριών» έδωσε την ευκαιρία στους Ρώσους του Νοβγκορόντ να ασκήσουν το πολεμικό τους πνεύμα στον Ιερό Πόλεμο ενάντια στους Τεύτονες Ιππότες και τους Σουηδούς, και να προσαρμόσουν για πρώτη φορά το ιδεολογικό τους στίγμα ως υπερασπιστές της Ορθοδοξίας και Αντιδυτικοί.

Παρ’όλ’αυτά την τελευταία βασική πινελιά στην ρωσική πολιτική ψυχοσύνθεση την έδωσαν η Σύνοδος της Φερράρας-Φλωρεντίας με την (κωμικτραγική στον τρόπο επίτευξης, αλλά και στα πραγματικά της αποτελέσματα) Ένωση των Εκκλησιών το 1439, και -φυσικά- η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Αν και δεν είναι σαφές, ούτε πότε έφτασαν τα νέα της Ενώσεως των Εκκλησιών στους Ρώσους (λαμβάνοντας υπόψιν τα μέσα και τους δρόμους της εποχής μπορεί να πήρε και χρόνο), ούτε μέσω ποιας οδού (κρίνοντας από τον αντίκτυπο, είναι πιθανότερο ότι τα μαντάτα τούς τα μετάδωσαν θριαμβολογούντες μάλλον οι καθολικοί τους γείτονες παρά ορθόδοξοι έμποροι), το σίγουρο είναι ότι στην ήδη πολεμικά φορτισμένη Ρωσία η είδηση ότι η Μητέρα Εκκλησία παραδόθηκε στον Πάπα έπεσε σαν βόμβα. Το Τσάριγκραντ δεν ήταν πια η πρωτεύουσα των Πιστών, και η ρώσικη Εκκλησία ήταν πλέον η μόνη υπερασπίστρια της Ορθής Πίστης. Η δε πτώση της Πόλης στα χέρια των Οθωμανών 14 έτη αργότερα λειτούργησε απλά ως επιβεβαίωση ότι οι Ρωμαίοι πλήρωναν την απώλεια της Πίστης τους με απώλεια του δικαιώματός τους να κατέχουν την Αυτοκρατορία. Και φυσικά, εάν οι Ρωμαίοι είχαν απωλέσει το δικαίωμα στην Αυτοκρατορία και την πρωτεύουσά της…

 

Β. Ιβάν ο Τρομερός

 

Την ίδια περίοδο που ο Μωάμεθ ο Πορθητής πρόσθετε τον τίτλο Kayser-i Rum (Καίσαρ των Ρωμαίων) στους ήδη υπάρχοντες που του’χε κληροδοτήσει ο μπαμπάς Μουράτ, το μοσχοβίτικο Δουκάτο εμφανιζόταν ως η νέα δύναμη ανάμεσα στα ρωσικά κράτη. Όντας εξαιρετικά τοποθετημένη στην συμβολή των βασικότερων ποταμίσιων εμπορικών οδών, η Μόσχα εξελίχθηκε σε σημαντική πόλη σχετικά γρήγορα, και το Δουκάτο του οποίου ήταν η πρωτεύουσα σύντομα έγινε σημαντικότερο και ισχυρότερο από το κράτος του Νοβγκορόντ. Χρειάστηκε ελάχιστος χρόνος και μια σειρά πολέμων με Πολωνία και Λιθουανία για ν’απορροφηθεί ολόκληρο το Νοβγκορόντ από την Μόσχα του Ιβάν Γ’ που, όντας παντρεμένος με την ανιψιά του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα έγινε κι ο πρώτος διεκδικητής του αυτοκρατορικού τίτλου.

Θα χρειαστεί να περάσουν δυο γενεές Ρώσων μοναρχών για να δούμε τον πρώτο εστεμμένο Τσάρο το 1547 : είναι ο Ιβάν Δ’ (ο γνωστός και ως «ο Τρομερός»), εγγονός του προαναφερθέντος Ιβάν. Η δε πρετοιμασία γι’αυτήν την στέψη ήταν αργή, αλλά μεθοδική: και ο πατέρας του και ο παππούς του χρησιμοποιούσαν ήδη τον τίτλο αλλά και τα βυζαντινά σύμβολα (τουλάχιστον από το 1460), ενώ η Εκκλησία είχε καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για την αποσύνδεση του τίτλου αυτού από τους αυτοκράτορες της Πόλης και την σύνδεσή του με τους Μοσχοβίτες Μεγάλους Δούκες.

Το 1547 η Ρωσία αποκτούσε Καίσαρα, αλλά δεν ήταν ακόμη πραγματική Αυτοκρατορία. Μ’αυτήν την έννοια η Ρωσική Αυτοκρατορία ανήκει στην πολύ μικρή εκείνη λίστα που περιλαμβάνει τα κράτη που αυτοανακυρήχτηκαν «Αυτοκρατορίες» δηλώνοντας μάλλον τους πόθους των ηγετών τους παρά την πραγματικότητα, και κατάφεραν ωστόσο να γίνουν τέτοιες. Η λίστα είναι ιδιαιτέρως μικρή. Για την ακρίβεια, ο γράφων γνωρίζει μόνον άλλη μία τέτοια «προαναγγελθείσα Αυτοκρατορία», την Αγγλία…

Ο Ιβάν ο Δ’ δεν ήταν μόνον ο πρώτος εστεμμένος Τσάρος, αλλά και ο πρώτος Ρώσος ηγέτης μετά την μεσαιωνική περίοδο που στρέφει τον ρωσικό επεκτατισμό -ταυτόχρονα- προς τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία από την μια, την Βαλτική από την άλλη. Το 1552 η Ρωσία θα προσαρτήσει το Χανάτο του Καζάν και το 1556 το Χανάτο του Αστραχάν, αποκτώντας έτσι πρόσβαση στην Κασπία και τον απόλυτο έλεγχο της εμπορικής οδού του Βόλγα. Το 1558, ο Τσάρος θα στραφεί προς τη Λιβονία σε μια προσπάθεια να συνδέσει τις νέες του κατακτήσεις με ένα λιμάνι στον Βορρά. Ένας Δανός Δούκας θα στεφθεί ηγεμών της Λιβονίας στη Μόσχα, θα δώσει τον όρκο υποταγής στον Ιβάν Δ’ και με 20.000 Ρώσους στρατιώτες θα εκστρατεύσει εναντίον των Σουηδών στη Βαλτική. Η κίνηση αποδείχτηκε καταστροφική, μπλέκοντας την Ρωσία σ’έναν πολυετή πόλεμο εναντίον της Πολωνίας-Λιθουανίας, της Σουηδίας και της Δανίας, που εξελίχθηκε σε διμέτωπο όταν το Χανάτο της Κριμαίας -υποστηριζόμενο από τους Οθωμανούς και την Ορδή των Τούρκων Νόγκαϊ- εισέβαλλε στη Ρωσία φτάνοντας να λεηλατεί μέχρι και τα περίχωρα της Μόσχας. Μοιραία, αυτή η απόπειρα των Ρώσων να αποκτήσουν λιμάνι στην Βαλτική Θάλασσα επρόκειτο να καταλήξει σε φιάσκο.

Η απειλή των Τατάρων της Κριμαίας και του Οθωμανού Σουλτάνου αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά στην μάχη του Μόλοντι (60χλμ νότια της Μόσχας) το 1572. Παρά ταύτα η εισβολή τους σε ρωσικό έδαφος επανέφερε στα μάτια των Τσάρων τον στρατηγικό στόχο της Κριμαίας, συνδέοντάς την ξανά με την ίδια την έννοια της ασφάλειας του ρωσικού κράτους. Από εκείνο το ιστορικό σημείο, η Χερσοννησος γίνεται η εμμονή μιας ακολουθίας Ρώσων ηγετών, ενώ το στρατηγικό δόγμα όσον αφορά την περιοχή γίνεται αδιαπραγμάτευτο: η Ρωσία μπορεί να είναι ασφαλής, μόνον εάν ολόκληρη η Χερσόννησος είναι υπό τον ρωσικό έλεγχο. Το Δόγμα αυτό παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα. Η δε αποτυχία των Ρώσων να κερδίσουν μια έξοδο στην Βαλτική, απλά υπογράμμισε ακόμη περισσότερο την ανάγκη της κατάκτησης αυτής της εξόδου…

Προσεγγίζοντας το Μεγάλο Παιχνίδι…

3 Σχόλια

Η σύγκρουση στην Γεωργία δεν προέκυψε τυχαία. Ήταν προσχεδιασμένη από καιρό, και δεν αποσκοπούσε, παρά ελάχιστα μόνον, σ’αυτόν καθ’εαυτόν τον χώρο αυτής της τέως σοβιετικής δημοκρατίας. Ο σκληρού τύπου πολεμικός καπιταλισμός του Κρεμλίνου επιθυμούσε να στείλει ένα ευανάγνωστο μήνυμα προς όλους τους ενδιαφερόμενους αποδέκτες, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την μη αντίδραση των δυνάμει αντιπάλων του: Οι μεν ΗΠΑ βαθειά βυθισμένες στην κρίση που έχτισαν 20 χρόνια ηλίθιου τυχοδιωκτισμού, η δε ΕΕ εθισμένη στην αβουλία και την μαλθακότητα που γέννησαν 60 χρόνια προστασίας, ανάπτυξης (στη Δύση) και υπανάπτυξης (στην Ανατολή), σταθερά υπό υποτέλεια.
Ειδικά η περίπτωση της ΕΕ αγγίζει τα όρια της τραγικότητας… Διψασμένη για φτηνές πηγές για να χρηματοδοτήσει τις εκρηκτικές ανισότητες μεταξύ των μελών της, βαθύτατα διχασμένη πολιτιστικά και πολιτικά (ακόμη και σε επίπεδο… δήμων), ανίκανη να οικοδομήσει ένα κοινά αποδεκτό πολιτικό (και οικονομικό) σύστημα της προκοπής, πλήρως απορρυθμισμένη (και) χάρις στην δράση ευγενών δωσιλόγων υπηρετούντων και τις δυο εξωτερικές επιβουλές, η Ένωση φαντάζει σήμερα εκτός τόπου και χρόνου. Kαι μαζί με την ένωση, φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου και ολόκληρο το ευρωπαϊκό σκέλος του ΝΑΤΟ.
Φυσικά, ενώ οι από’δώ πλέουν στο άγνωστο με βάρκα την απελπισία της οικονομικής τους κρίσης, κυνηγώντας φαντάσματα στα όρη του Αφγανιστάν και διαλύοντας Ιράκ και Πακιστάν (μη τυχόν και δυσκολευτούν Ρωσία και Ιράν στην κατάποση…άντε και εις υγείαν!), οι από’κεί ετοιμάζονται πυρετωδώς και μεθοδικότατα. Η μεγάλη διαφορά των δύο πλευρών έγκειται ακριβώς στο στρατηγικό Παράδειγμα που οι ηγεσίες τους αποδέχονται ως ενεργό και εφαρμόζουν: Η μεν ηγεσία του ΝΑΤΟ είναι πεπεισμένη για την «μεταμοντερνικότητα» του σύγχρονου συστήματος και, ως φυσική συνέπεια, για την περίπου αχρηστία της σωσσωρευμένης διπλωματικής και πολεμικής εμπειρίας των τελευταίων 200 χρόνων. Αν και τα υπερατλαντικά «think tanks» είναι σίγουρα σε θέση να διαπιστώσουν ότι αυτήν ακριβώς την «μεταμοντερνικότητα» δεν την συμμερίζονται όλοι οι υπάρχοντες μη δυτικοί κρατικοί οργανισμοί -και για να ακριβολογούμε, τάσσονται οι περισσότεροι εξ αυτών εναντίον της, είτε άμεσα είτε έμμεσα- είναι ωστόσο και αυτά δέσμια της ημιθρησκευτικής τους πίστης ότι αυτή η «μεταμοντερνικότητα» αποτελεί μονόδρομο στην πολιτική και στρατηγική εξέλιξη κάθε κράτους. Ώστε γι’ αυτή την σχολή σκέψης ακόμη κι αν το Ιράν, η Ρωσία και η Κίνα δεν παίζουν με τους κανόνες της Δύσης, αυτό είναι προσωρινό και σημαίνει απλώς ότι εντός αυτών των μορφωμάτων επίκειται μια τουλάχιστον μεγάλη αλλάγη (που φυσικά είτε θα τα εντάξει αυτομάτως στην Δύση, είτε θα δώσει στην Δύση απόλυτο πλεονέκτημα). Και το γεγονός ότι το πάλαι ποτέ σοσιαλιστικό μπλοκ κατέρρευσε περίπου έτσι δίνει και το ισχυρο επιχείρημα υπέρ αυτής της πεποίθησης.
Φυσικά, η άλλη πλευρά δεν βλέπει τα πράγματα καθόλου έτσι… Και το δικό της Παράδειγμα είναι βγαλμένο από τα παλαιά βιβλία διπλωματίας και πολέμου του 19ου αιώνα -ειδικά εκείνα που οι δυο έννοιες πρακτικά ταυτίζονται. Για τη Μόσχα και το Πεκίνο η χάραξη στρατηγικής είναι θέμα καθαρά παραδοσιακής (γεω-) πολιτικής, η οικονομία είναι κλάδος και μόνον των αυτοκρατορικών μηχανισμών, η θρησκεία (ή η ιδεολογία) είναι απολύτως ενταγμένη στην ανακτορική προπαγάνδα για να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν εντός ή εκτός, και οι ένοπλες δυνάμεις (και οι μυστικές υπηρεσίες ) είναι στην κυριολεξία προέκταση των χεριών του Μονάρχη (ή της Κεντρικής Επιτροπής). Η Αντιπολίτευση όπου υπάρχει είναι μόνον ένα εργαλείο για να ενισχύεται η εικόνα του Ηγέτη και να ξετρυπώνονται οι αντιφρονούντες, ενώ ο Τύπος είναι ή ο βάρδος των κατορθωμάτων του πρίγκηπα (ο ελεχγόμενος), ή η απόδειξη της ξένης συνωμοσίας εναντίον του Έθνους (ο σπάνιος ελεύθερος). 
Το Μεγάλο Παιχνίδι
Περί ιστορίας…
1. Το κυνήγι των θερμών θαλασσών
Το όνειρο -αλλά και η ρεαλιστική αναγκαιότητα- της Ρωσικής Αυτοκρατορίας για έξοδο στις «θερμές θάλασσες» είναι τόσο παλαιό όσο και η Ρωσία η ίδια. Επιθετικά επεκτατικό στην ξηρά, το ρωσικό κράτος πολύ σύντομα θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα της θαλάσσιας εξόδου -πρώτα γενικά και αργότερα ειδικότερα της εξόδου σε θάλασσες που… δεν έχουν την κακιά συνήθεια να παγώνουν. Αν και επεκτεινόμενη διαρκώς σε δυο ηπείρους η Μόσχα δεν είχε καταφέρει το σημαντικότερο: την κυριαρχία σε σημαντικές εμπορικές οδούς. Αυτή η κυριαρχία τον 18ο αιώνα, όταν οι Ρώσοι ήταν στη θέση να την κυνηγήσουν συστηματικά, ήταν ήδη στα χέρια άλλων, και μπορούσε να αποσπαστεί με πόλεμο μονάχα.
Οι πόλεμοι ενάντια στο Βασίλειο της Σουηδίας (και η ίδρυση της Αγίας Πετρούπολης), αλλά και οι συχνές συγκρούσεις με την Πολωνία-Λιθουανία, το Χανάτο της Κριμαίας και την Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάσσονταν, σε διαφορετικούς πάντα βαθμούς, στην ίδια αυτή γενική στρατηγική επιδίωξη. Μετά δε την μαζική επέκταση της Ρωσίας στην Κεντρική Ασία και την κατάρρευση της Πολωνίας, μοιραία αυτή η στρατηγική επιδίωξη θα κινείτο σε δυο κύριους άξονες: την επέκταση στα Βαλκάνια και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τη μια, και την έξοδο στον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό από την άλλη. 
Muscovy-Russia 1300-1796.jpg
Εικ. 1: Χάρτης που δείχνει τις διαδοχικές επεκτάσεις του ρωσικού κράτους, 1300-1800. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι επεκτάσεις της περιόδου της Αικατερίνης, γιατί δείχνουν την γενικότερη κατεύθυνση της ρωσικής στρατηγικής προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Προφανώς αυτή η στόχευση τοποθετούσε αυτόματα την Ρωσία αντιμέτωπη ταυτόχρονα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Μεγάλη Βρετανία, αλλά και σε θέση σύγκρουσης με την Περσία, την Αυτοκρατορία των Αψβουργών και -κατά διαστήματα- την Γαλλία. Όντας οικονομικά, πολιτικά και τεχνολογικά καθυστερημένη παρά τον όγκο της (και βλέποντας την καθυστέρησή της μάλλον ν’αυξάνεται), η Ρωσία είχε μόνον μια δυνατότητα να μπει ισχυρά στο παιχνίδι της μοιρασιάς του κόσμου: την εκμετάλλευση των διαφορών των ήδη υπαρχόντων Αυτοκρατοριών και τις συχνές αλλαγές στρατοπέδων. Στρατηγική που αποδείχτηκε επιτυχής σ’όλην την διάρκεια του 18ου αιώνα και μέχρι και περίπου τα τέλη του 19ου, τουλάχιστον στην επίτευξη υποστόχων του σχεδίου της Μόσχας.
Η Πολωνία δεν προσαρτήθηκε όλη από τον Τσάρο, αλλά το «βαλκανικά σχετικό» της τμήμα (δηλαδή αυτό που θα φύλαγε τα νώτα των Ρώσων από Βορρά κατά την διάρκεια πολέμου ενάντια στους Τούρκους) απορροφήθηκε από την Αυτοκρατορία με τις ευλογίες σχεδόν των γειτόνων της. Στο βαλκανικό μέτωπο η Ρωσία θα γίνει ο επίσημος «προστάτης» των Ορθοδόξων των Βαλκανίων και θα βγει μόνιμα στην Μαύρη Θαλασσα το 1774, θα προσαρτήσει εν τέλει τους δυστυχείς Τατάρους το 1783 και θα προβοκάρει έτσι έναν (ακόμη) πόλεμο με τους Οθωμανους που θα της χαρίσει γερό πάτημα στην Χερσόνησο. Ήδη από το 1781, η τσαρίνα Αικατερίνη έχει συμφωνήσει με τον αυστριακό αυτοκράτορα Iωσήφ Β’ σ’ένα εκτεταμένο σχέδιο μοιρασιάς του ευρωπαϊκού τμήματος της Οθωμανίας: τα δυτικά Βαλκάνια χαρίζονταν στην Αυστρία, ενώ η Κωνσταντινούπολη θα γινόταν το κέντρο μιας «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» με ηγεμόνα τον γιο της ίδιας της Αικατερίνης Κωνσταντίνο (το όνομα φυσικά δεν είναι σύμπτωση, η ρωσική προπαγάνδα έπαιξε για αιώνες με τους εθνικούς πόθους των υπόδουλων Ρωμιών). Η συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί -αν και οι αυστριακοί θα επιχειρήσουν να τηρήσουν το μέρος τους- αλλά η Ρωσία δεν θα βγει ούτως ή άλλως χαμένη… Από εκείνην την χρονιά και μέχρι το 1878 τα κέρδη της εις βάρος της Τουρκίας θα είναι συνεχή, φέρνοντάς την μέσω Βουλγαρίας στην εξώπορτα της Πόλης.
Αν η προέλαση της Ρωσίας εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποδείχτηκε σχετικά επιτυχής, ήταν κυρίως λόγω των εγγενών αδυναμιών του τουρκικού κατασκευάσματος που, παρά την βοήθεια που του προσφέρθηκε από τις δυτικες δυνάμεις, δεν ήταν σε θέση να προβάλλει αντίσταση οργανωμένη και συνεχή. Η ευθεία σύγκρουση με την Βρετανία στην Κεντρική Ασία κατά ολόκληρη την διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι και την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου θα αποδειχθεί πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση…
2. Ρωσία και Βρετανία και οι μάχες για την Υποήπειρο
Αν και γεωπολιτικά η κίνηση της Ρωσίας για την πολυπόθητη έξοδο στις θερμές θάλασσες είναι πρακτικά μία, υπεραπλωμένη όμως σε ένα τεράστιο μέτωπο από την Βαλτική και τη Μεσόγειο ως την Κεντρική Ασία και την θάλασσα της Ιαπωνίας, ο όρος «Great Game» οφείλεται αποκλειστικά στο βρετανικό φλέγμα και αναφερόταν -τουλάχιστον αρχικά- στη μακρά βρετανορωσική σύγκρουση στις οροσειρές του Αφγανιστάν και του Παντζάμπ, για τον έλεγχο στον Περσικό και την Ινδία.
Η ακριβής πατρότητα του όρου αμφισβητείται, όπως και αμφισβητούνται τα χρονικά όρια της διάρκειας του Μεγάλου Παιχνιδιού…
Για το μεν πρώτο, το σίγουρο είναι ότι ο όρος βγήκε από τους διαδρόμους των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών για να γίνει κτήμα των μαζών μόλις το 1901, με την έκδοση του βιβλίου του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ «Κim» (το οποίο ο γράφων συστήνει ανεπιφύλακτα και ως λογοτέχνημα, αλλά και ως ιστορικό ντοκουμέντο της βρετανικής Ινδίας της εποχής). Για το δε δεύτερο, οι απόψεις διαφέρουν σημαντικά. Οι κύριοι λόγοι αυτής της ασυμφωνίας είναι τρεις:
α. Οι ιστορικοί αδυνατούν να συμφωνήσουν στο εάν η χάραξη της ρωσικής επεκτατικής πολιτικής προς την Κεντρική Ασία σηματοδοτεί και την έναρξη του Μεγάλου Παιχνιδιού, ή αν η έναρξή του πρέπει απαραίτητα να τοποθετηθεί στις πρώτες του αψιμαχίες ανεξαρτήτως του πότε αυτές σχεδιάστηκαν. Το ερώτημα ανήκει στα δύσκολα, διότι οι ρωσικές κινήσεις χαρακτηρίζονταν πάντα από μακρά στόχευση, πολύπλοκους σχεδιασμούς και ιδιάζοντες αντιπερισπασμούς. Έτσι, η πρώτη κίνηση των Ρώσων προς την Κ. Ασία έγινε στα χρόνια του Μεγάλου Πέτρου το 1717 (εκστρατεία υπό τον πρίγκηπα Μπέκοβιτς για την κατάκτηση της Χίιβα –Khiva- του Ουζμπεκιστάν, που κατέληξε σε σφαγή των Ρώσων), ενώ αμέσως μετά τον θάνατο του ίδιου Τσάρου το 1725 ξεκίνησαν να κυκλοφορούν στους ρωσικούς αριστοκρατικούς κύκλους οι φήμες ότι η πολιτική του διαθήκη περιλάμβανε εντολή προς τους διαδόχους του για κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και της Ινδίας ως βήματα-κλειδιά προς την παγκόσμια κυριαρχία. Γνήσια διάδοχος του Πέτρου η Αικατερίνη το 1791 -δηλαδή 10 έτη μετά το «ελληνικό σχέδιό» της- θα καταστρώσει σχέδιο απελευθέρωσης των Ινδών από τους συνεχώς επεκτεινόμενους Άγγλους. Αλλά οι πρώτες δράσεις των Ρώσων δεν καταγράφονται παρά μόνον μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, που κατέδειξε την αδυναμία των Γάλλων να προωθηθούν στην Ινδία ή -έστω- να την αποκόψουν από ξηράς και θαλάσσης από την υπόλοιπη βρετανική αυτοκρατορία. Τότε ο Τσάρος Παύλος Α’ θα προτείνει στον Ναπολέοντα μια κοινή εκστρατεία για την κατάκτηση της Ινδίας (1801) και, όταν οι Γάλλοι δείχνουν απρόθυμοι να ρισκάρουν, θα προχωρήσει μόνος σε μια εισβολή στην Υποήπειρο. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο, διάδοχός του Παύλου, Τσάρος Αλέξανδρος θα προσαρτήσει την Γεωργία, ως πρώτο βήμα εναντίον της συμμάχου των Βρετανών Περσίας.
β. Δεν είναι σαφές αν στο Μεγάλο Παιχνίδι πρέπει να ενταχτούν και οι συγκρούσεις με άλλες δυνάμεις εκτός της Βρετανίας, πριν, κατά την διάρκεια, ή μετά το κυρίως θέατρο της Κεντρικής Ασίας. Η κατάκτηση της Γεωργίας το 1801 και οι επιχειρήσεις εναντίον της Περσικής Αρμενίας το 1804, ανήκουν μεν στην ίδια γεωπολιτική στόχευση με τις κινήσεις των Ρώσων στο Αφγανιστάν, αλλά δεν στρέφονται ευθέως ενάντια στη βρετανική Ινδία. Θα μπορούσαν να ενταχθούν στο Μ. Παιχνίδι, αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, εκεί θα έπρεπε να ενταχθούν και οι κινήσεις της Ρωσίας στα Βαλκάνια (και η ελληνική επανάσταση!..). Όμοια δεν είναι σαφές εάν η έννοια Μ. Παιχνίδι μπορεί να αφορά και στις συγκρούσεις των Ρώσων με τους διαδόχους των Βρετανών στη Κ.Ασία Αμερικανούς, ή -νωρίτερα- με τους Ιάπωνες.
γ. Το 1917 ως τομή στη ρωσική ιστορία δημιουργεί αβεβαιότητες όσον αφορά την σωστή οριοθέτηση του Μεγάλου Παιχνιδιού. Η Επανάσταση έφερε σημαντικές αλλαγές στις προτεραιότητες και τις στοχεύσεις της Μόσχας, αλλά και στην αντίληψή της σχετικά με τα πρέποντα εργαλεία για την επίτευξη των στοχεύσεων αυτών. Π.χ. όσον αφορά την Ινδία, ο Λένιν θα χρησιμοποιήσει το ντόπιο κομμουνιστικό κίνημα εναντίον των Βρετανών ήδη από την περίοδο της σύγκρουσης ανάμεσα σε Μπολσεβίκους και Λευκούς, και οι Βρετανοί θα επιχειρήσουν οργανώσεις αντεπαναστάσεων στη Τασκενδη, ενώ θα καταγραφούν και μάχες ανάμεσα στον βρετανικό στρατό και επαναστάτες σε Τασκένδη και Ασκαμπάντ (1918-1920). Η ακύρωση κάθε υπάρχουσας συνθήκης που ήταν φυσικό αποτέλεσμα της Επανάστασης έφερε την ανοικτή εισβολή των Άγγλων στο Αφγανιστάν (για τρίτη φορά,1919). Παρόλ’ αυτά δεν υπάρχει πραγματικά ένδειξη ότι ο Λένιν συνέχιζε την πολιτική των Τσάρων στην Κεντρική Ασία (σε πλήρη αντίθεση με τους Βρετανούς, που πολεμούσαν μία ακόμη φάση του Παιχνιδιού…), μια που οι συγκρούσεις αυτές δείχνουν περισσότερο χαρακτήρα αντιπερισπασμού μέσα στα πλαίσια του πολέμου στην Κριμαία. Το 1921 οι Μπολσεβίκοι θα μετατρέψουν σε προτεκτοράτο την Μογγολία, αλλά στο παλιό καλό «Great Game» δεν θα επιστρέψουν, παρά μόνον μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, και, ακόμη και τότε, αναμειγνύονται περισσότερο στην Κίνα. Πρώτη πραγματική εκδήλωση της παλαιάς ρωσικής στρατηγικής στην Κ. Ασία έχουμε ξανά στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ανεπίσημα με την ανάμειξη της Σοβιετικής Ένωσης στα του Ιράν λίγα χρόνια πριν την Ισλαμική Επανάσταση, επισημότερα με την υποστήριξη του Χομεϊνί κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, και επισημότατα με την ανάμειξη και εν τέλει την εισβολή στο Αφγανιστάν. Το διάστημα ανάμεσα στο 1917 -ή ακόμα περισσότερο το 1907, οπότε και η αγγλορωσική σύνοδος υποτίθεται πως ενταφίασε το Μεγάλο Παιχνίδι- και το 1978/79 είναι αρκετά μακρύ, ώστε πληθώρα ιστορικών θεωρεί ως σημείο λήξης του Παιχνιδιού το 1907.
3. Το Μεγάλο Παιχνίδι ως γεωπολιτικό συνεχές
Άποψη του γράφοντος είναι ότι αυτή η οριοθέτηση ανήκει στις απολύτως συμβατικές, και μάλιστα στις συμβατικές εκείνες που υπαγορεύτηκαν από πολιτικές επιλογές. Παρόμοια με τον διαχωρισμό της Ρωμαϊκής Ιστορίας σε προ 330 μ.Χ. και μετά 330 μ.Χ, ή της ανθρώπινης ιστορίας στο απολύτως πλασματικό π.Χ και μ.Χ, στόχος και αυτής της οριοθέτησης στον χρόνο (αλλά και τον χώρο) είναι ακριβώς η εξασφάλιση περιθωρίου πολιτικών ελιγμών, πρώτα-πρώτα στις δυτικές ελίτ, αλλά και στην εκάστοτε ελίτ της Μόσχας. Και κυρίως στους εν Λονδίνω και Ουασιγκτώνι κυβερνώντες… Επιθυμούν δηλαδή οι ελίτ αυτές να έχουν τη δυνατότητα να επανακαθορίζουν την θέση τους απέναντι στη Μόσχα, ανεξαρτήτως των γεωπολιτικών σταθερών που κρατούν την γενικότερη πορεία της ίδιας της Μόσχας σε μια δηλωμένη ευθεία.
Το Μεγάλο Παιχνίδι, όπως το αντιλαμβάνονται οι δυτικοί ιστορικοί, είναι απλώς ένα μικρό μέρος ενός πολύ ευρύτερου Παιχνιδιού, του οποίου οι ιδεολογικες (και θρησκευτικές, αν και στην περίπτωση της Ρωσίας δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά) ρίζες βρίσκονται ήδη στην «Τρίτη Ρώμη» του 15ου αιώνα, ο σχεδιασμός του ξεκινά ενεργότερα κατά τα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου, αποκτά πλήρως ορθολογιστική οργάνωση από τον Μεγάλο Πέτρο, και μπαίνει σε μαζική εφαρμογή όταν η Μόσχα νοιώθει έτοιμη κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα.
Είναι δε ένα σταθερό λάθος των δυτικών (και Ελλήνων) να χαρακτηρίζουν τη ρωσική στρατηγική «οπορτουνιστική», θεωρώντας ότι οι διαδοχικές επεκτάσεις των Ρώσων έναντι πρακτικά όλων των γειτόνων τους συνέβαιναν περίπου κατά τύχη…
Μια απλή ματιά στον χάρτη και στα γεγονότα μπορεί να δείξει το αντίθετο. Η επέκταση των Ρώσων εις βάρος των Πολωνών προετοιμάστηκε για δεκαετίες για να διασφαλίσει την ρωσική ισχύ στην Βαλτική και ν’ανοίξει το δρόμο προς τα Βαλκάνια.  Ήδη από το 1709 ο Τσάρος Πέτρος ο Α’ υψώνει το λάβαρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εν τούτω νίκα…) και δηλώνει ότι είναι η μοίρα των γραμμάτων και τεχνών να επιστρέψουν στην Ελλάδα μέσω Ρωσίας, ενώ πρακτικώς ταυτόχρονα ονοματίζει εαυτόν «Petrus primus Russograecorum Monarcha» . H δε ρωσική προπαγάνδα οργιάζει στην Ελλάδα αλλά και σ’ολόκληρη τη Βαλκανική πολύ πριν και αυτόν τον Μεγάλο Πέτρο, έχοντας φυσικά ως κύριο εργαλείο της -ποιον άλλον;- ρωσοεκπαιδευμένους κληρικούς (και εξοργίζοντας φυσικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο).
Η επέκταση προς τα Νότια της Βαλκανικής δεν ήταν ασφαλής χωρίς την συγκατάθεση της Αυστρίας, την εξασφάλιση της Κριμαίας, την απόλυτη ναυτική υπεροπλία στην Μαύρη Θάλασσα, αλλά και την μόνιμη απειλή διμέτωπου πολέμου εις βάρους των Οθωμανών, ώστε μια συμφωνία με την Βιέννη, η επέκταση στον Καύκασο και οι κατακτήσεις Γεωργίας και Αρμενίας πριν την σερβική εξέγερση ήταν επιβεβλημένες… Αυτές οι κινήσεις θα’ταν στρατηγικά ακάλυπτες από τα ανατολικά παράλια της Κασπίας, κι ως εκ τούτου μια διασφάλιση αυτών ήταν αναγκαία: ο Μεγάλος Πέτρος -πάλι- κινείται προς το Ουζμπεκιστάν. Οι κατακτήσεις της Αρμενίας και του Ουζμπεκιστάν ανοίγουν το δρόμο ταυτόχρονα προς Ανατολία, Μεσοποταμία και Ινδία, διασπούν την τουρκική επαγρύπνηση στα δυο, ενώ η κάθοδος στα Βαλκάνια και οι ψευδο-έρωτες με Γάλλους, Αυστριακούς και αργότερα Πρώσους απειλούν συνεχώς τους Άγγλους με διμέτωπο πόλεμο σε Ανατολική Μεσόγειο και Ινδία (πρακτικά αποτρέποντάς τους από το να κυρήξουν μεγάλης έκτασης πόλεμο ενάντια στη Ρωσία), κ.ο.κ.
Κι αν έχουν όλες οι επεκτάσεις της Ρωσίας της περιόδου 1700-1900 κάτι κοινό μεταξύ τους, αυτό είναι ότι όλες τους μοιάζουν με… τον πρόσφατο πόλεμο στον Καύκασο. Σε όλους αυτούς τους πολέμους βασικό εργαλείο της ρωσικής στρατηγικής ήταν μειονότητες και καταπιεσμένοι -πραγματικά ή όχι, θρησκευτικά στην αρχή, εθνοτικά αργότερα- πληθυσμοί, σε όλους ο ρωσικός στρατός επιχειρούσε με το φωτοστέφανο του ελευθερωτή, και όλων αυτών των πολέμων το αποτέλεσμα ήταν είτε η απευθείας προσάρτηση των καταπιεσμένων, ή η δημιουργία προτεκτοράτων.
Αλλά στο θέμα αυτό θα επανέλθω σε ένα προσεχές ποστ, κάνοντας μερικά ζουμ του φακού σε πιο συγκεκριμένες περιπτώσεις…