Archive for the ‘Ιστορικά’ Category
Ο Χέμινγουεϊ και το 1922
Από την Καθημερινή
Tου Hλια Mαγκλινη
Παρουσιάζει ενδιαφέρον η συζήτηση που έχει ανοίξει η «Κ» σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, ας ξαναθυμηθούμε πώς κατέγραψε εκείνα τα γεγονότα στην εφημερίδα The Toronto Daily Star ένας 23χρονος ρεπόρτερ και εκκολαπτόμενος συγγραφέας: ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ.
Ο Χέμινγουεϊ δεν ήταν παρών στην καταστροφή της Σμύρνης, συνομίλησε όμως με Βρετανούς αξιωματικούς που υπηρέτησαν ως ουδέτεροι παρατηρητές στα μέτωπα της Μικράς Ασίας. Οπως ανέφερε σε μια ανταπόκριση στις 3 Νοεμβρίου, «οι Ελληνες ήταν πρώτης τάξεως πολεμιστές και σίγουρα κάμποσα σκαλοπάτια παραπάνω από τον στρατό του Κεμάλ. Αυτή είναι η άποψη του [Βρετανού] Ουίταλ. Πιστεύει ότι οι εύζωνοι θα είχαν καταλάβει την Αγκυρα – και θα είχαν τελειώσει τον πόλεμο, αν δεν είχαν προδοθεί». Τι εννοεί ο Βρετανός αξιωματικός όταν μιλάει για προδοσία; «Οταν ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την εξουσία, όλοι οι Ελληνες αξιωματικοί που βρίσκονταν σε επιτελικές θέσεις υποβαθμίστηκαν αμέσως σε χαμηλότερα πόστα. [...] Ηταν έξοχοι πολεμιστές – και μεγάλοι ηγέτες. Αυτό δεν εμπόδισε το Κόμμα του Κωνσταντίνου να τους διώξει και να τους αντικαταστήσει με αξιωματικούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ τους να πέφτει ούτε μια τουφεκιά». Σύμφωνα με τον Ουίταλ: «Σε κάποια μάχη της Μικράς Ασίας, οι εύζωνοι πραγματοποίησαν μια πραγματικά άψογη έφοδο. Ξαφνικά, το ελληνικό πυροβολικό άρχισε να βάλλει εναντίον τους. Ο Αγγλος ταγματάρχης Τζόνσον, επίσης παρατηρητής στη συγκεκριμένη μάχη, άρχισε να ουρλιάζει όταν είδε το μακελειό που γινόταν μπροστά στα μάτια μας».
Ο Χέμινγουεϊ ήταν παρών στο δράμα της Θράκης μετά τη συμφωνία στα Μουδανιά. «Για την Ελλάδα του 1922, η Θράκη ήταν σαν τη μάχη του Μάρνη – εκεί θα παιζόταν και θα κερδιζόταν ξανά το παιχνίδι. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό. Ολη η χώρα βρισκόταν μέσα σε πολεμικό πυρετό [...] Κι ύστερα, συνέβη το αναπάντεχο: οι Σύμμαχοι χάρισαν την ανατολική Θράκη στους Τούρκους και έδωσαν στον Ελληνικό Στρατό προθεσμία τριών ημερών για την εκκένωσή της…». Ο Χέμινγουεϊ συγκλονίζεται από την εικόνα των Ελλήνων στρατιωτών. «Ολη τη μέρα τους έβλεπα να περνούν από μπροστά μου. Κουρασμένοι, βρώμικοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι. Και γύρω τους η σιωπή της ξαφνιασμένης Θράκης. Εφευγαν. Χωρίς μπάντες, χωρίς εμβατήρια, χωρίς καν περίθαλψη! [...] Αυτοί οι άντρες ήταν οι σημαιοφόροι της δόξας που πριν λίγο καιρό λεγόταν Ελλάδα. Κι αυτή η εικόνα ήταν το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας».
Ο αείμνηστος Φρέντυ Γερμανός «ξέθαψε» πρώτος τις ανταποκρίσεις του Χέμινγουεϊ και τις παρέθεσε στο περιοδικό «Διαβάζω» (τχ. 159, 13/1/1987), σχολιάζοντας: «Τις καταθέτω στη μνήμη των φαντάρων εκείνων που, καθώς έσερναν τα βήματά τους, περνούσαν χωρίς να το ξέρουν μπροστά στο νικητή του αυριανού Νόμπελ: έναν αμούστακο νεαρό που κρατούσε σημειώσεις σε ένα μικρό μαύρο σημειωματάριο».
Από Ιησούς, Χριστός…
Από Το Βήμα
“Οι ελληνικές ρίζες του χριστιανισμού. Τα Ευαγγέλια και οι επιρροές τους από την τραγωδία, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και το ελληνιστικό μυθιστόρημα
Τα θεμελιώδη κείμενα
Η θέση του Ντελόρμ είναι ότι τα θεμελιώδη κείμενα του χριστιανισμού, δηλαδή τα Ευαγγέλια και οι Πράξεις των Αποστόλων, των οποίων η επεξεργασία είναι έργο μιας γενιάς μετά τον θάνατο του Ναζωραίου, τίποτε ή τουλάχιστον ελάχιστα στοιχεία υιοθετούν από την εβραϊκή και αραμαϊκή παράδοση ενώ οφείλουν τα πάντα στην ελληνική. Κατά τον συγγραφέα «κανένα ιουδαϊκό λογοτεχνικό δημιούργημα δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πηγή ή ως πρότυπο, ακόμη και αν υπάρχει ένα υπόστρωμα αραμαϊκών προφορικών παραδόσεων, αυτό δεν θα μπορούσε να εξηγήσει την επεξεργασία ενός τόσο πλήρους γραπτού συνόλου, τέλεια συντεταγμένου στα ελληνικά». Πέντε ήταν τα στοιχεία του ελληνικού υπόβαθρου πάνω στα οποία στηριζόταν ολόκληρος ο μεσογειακός κόσμος αυτήν την εποχή. Η ελληνική γλώσσα, η κοινή · το μοντέλο του άστεως, της πόλεως, που ως πολιτική αλλά και κοινωνικοπολιτιστική οντότητα υιοθετήθηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και απέκτησε παγκόσμια διάσταση· η Παιδεία, όχι μόνο ως εκπαίδευση αλλά και ως φιλοσοφικός στοχασμός, με συνιστώσες τη διδασκαλία των πυθαγορείων, των πλατωνικών και των στωικών· η ηθική, που σφραγίζεται από τον πολυθεϊσμό και την ανεκτικότητα· και τέλος η αναζήτηση από τους Ελληνες αυτού που θα ονομάζαμε μετά θάνατον σωτηρία.
Πριν από τον Ντελόρμ, και άλλοι είχαν ασχοληθεί με τις ελληνικές ρίζες των θεμελιωδών κειμένων του χριστιανισμού, όπως ο θεολόγος, ειδικός της Καινής Διαθήκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λωζάννης Ντανιέλ Μαργκερά, που έδειξε τις οφειλές του Ευαγγελιστή Λουκά στην ελληνική παράδοση. Είναι επίσης από καιρό γνωστή η λειτουργία και άλλων δανείων. Για παράδειγμα, η «Οδύσσεια» του Ομήρου βρίσκεται πίσω από τις περιπλανήσεις του Αποστόλου Παύλου στις πόλεις της Μεσογείου, ενώ πίσω από τα Πάθη του Χριστού βρίσκεται η δίκη του Σωκράτη. Κατά τον Μπρυνό Ντελόρμ, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζονται αλλά και χτίζονται τα Ευαγγέλια είναι η ελληνική τραγωδία, οι πλατωνικοί διάλογοι, τα έργα του Αριστοτέλη και το ελληνιστικό μυθιστόρημα. Αλλά σε αντίθεση με την κάθαρση της ελληνικής τραγωδίας τα Ευαγγέλια ολοκληρώνονται με την Ανάσταση, που στοιχειοθετεί οπωσδήποτε, μέσα στο πλαίσιο της αφήγησης, ένα αίσιο τέλος.
Το βάρος της Ιστορίας
Η ιστορικότητα του προσώπου του Ιησού δεν αμφισβητείται από τον Μπρυνό Ντελόρμ σε αυτό το βιβλίο. Ετσι κι αλλιώς αυτό το θέμα ελάχιστα απασχολεί τον συγγραφέα, γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η μορφή του Ιησού από τη Ναζαρέτ όσο η μορφή του Χριστού. Αλλωστε, «σύμφωνα με τους πλέον στοιχειώδεις κανόνες της ελληνικής ρητορικής, το σημαντικό στα Ευαγγέλια δεν είναι η ιστορική πραγματικότητα των συμβάντων και των γεγονότων αλλά η αληθοφάνειά τους και η αφήγησή τους με τέτοιον τρόπο που να υποβάλλει και να επιβάλλει την πίστη». Μπορεί ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ να ανήκει στην ιστορία αλλά η μορφή του Χριστού, κατασκευασμένη με το μέγιστο της αληθοφάνειας, είναι εκείνη που κινητοποιεί τον ενθουσιασμό των πιστών. Η θεμελιώδης αλήθεια προέρχεται από τον Χριστό και όχι από τον Ιησού. Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ μπορεί να είναι Ιουδαίος και πρόσωπο της ιστορίας αλλά ο Χριστός είναι δημιούργημα της ελληνικής παράδοσης. Γράφει ο Μπρυνό Ντελόρμ, σχετικά: «Γιατί αυτός δεν θα μπορούσε να αναδυθεί από το χώμα της ιουδαϊκής και της παλαιστινιακής γης, αν δεν υπήρχε ο μεγαλειώδης μοχλός της ελληνικής ρητορικής, η οποία με το πνεύμα της τραγικής σκηνοθεσίας και με τη δύναμη της πειθούς τού επέτρεψε να γίνει παγκόσμιος και καθολικός».
Τεκμηριωμένο, πειστικό, με γλώσσα δοκιμιακή και ταυτόχρονα κατανοητή και γοητευτική, το βιβλίο του Ντελόρμ έχει και άλλες αρετές. Ο Μορίς Σαρτρ στην κριτική του, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, επισημαίνει ότι ο Ντελόρμ δεν απομονώνει τους συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών κειμένων από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν και με τον οποίο αναγκαστικά είναι αλληλέγγυοι, τόσο σε επίπεδο διανοητικό και φιλοσοφικό όσο και σε επίπεδο πολιτικό και καλλιτεχνικό. Το τελευταίο εκδηλώνεται πολύ χαρακτηριστικά στην κυρίαρχη αυτοκρατορική λατρεία αυτής της Ρωμαϊκής εποχής. Πρότυπο της λατρείας των ρωμαίων αυτοκρατόρων είναι η μεταλλαγή του θνητού σε θείο όν; Είναι μήπως τυχαία η σύμπτωση με τα Ευαγγέλια;”
Το τέλος της Ρωσίας;
Έγραφα προ καιρού για το μέλλον της Οικονομίας του Κωλόμπαρου (όρος του La Ivolution- Ευχαριστώ!) που έχουν στήσει οι καθ’ημάς Ολιγάρχες, παρατηρώντας ότι η πτώχευσή μας είναι πλέον κάτι περισσότερο από πιθανή.
Έγραφα όμως επίσης ότι σ’αυτό το μονοπάτι δεν θα είμαστε μόνοι μας. Στην τελική, η ξεφτίλα θα είναι μοιρασμένη.
Ένα ενδιαφέρον αρθράκι του Yuri Afanasiev (21.01.2009) από το democracy.net, μου θύμισε ποιοι είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς μας (και αρχηγοί της φαμίλιας μάλιστα) σε οικονομική οργάνωση (ήγουν σε διαφθορά, μίζες, διαπλοκή κράτους-εκκλησίας-μαφίας μ’όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, εθνικιστικούς παροξυσμούς για φερετζέ κ.λπ.), και ότι ό,τι κινδυνεύουμε να υποστούμε εμείς, αυτοί έχουν αρχίσει ήδη να το λούζονται…
Βλέπεις, αυτοί ως γνήσιοι πατριάρχες του είδους έχουν ήδη κυβέρνηση τον ΛΑΟΣ και πορεύονται αναλόγως.
Γράφει ο Afanasiev για την Ρωσία του αύριο, ότι με την παρούσα της πορεία είναι καταδικασμένη σε καταστροφή -όχι μόνον πολιτική και οικονομική, αλλά και πολιτιστική:
“But the financial and economic crisis radically changes an already oppressive situation. It reveals the fragility of the Putin regime’s strategy, and his means of governing.
Rather than revenues from oil and gas flowing in as usual, capital is flowing out. Production is dropping, unemployment is growing. Unresolved problems of health, education and housing have been drastically aggravated. With oil prices below the $70 that was allowed for in the budget, the government will have to wring money out of the population, as the reserve fund and the gold supply is not going to last long.
How is the regime going to manage to do this while maintaining its strategy of facing down the West and America? How can the population be controlled, when 40% live in poverty, and 15-20% of this 40% are practically beggars? More than 60% of our fellow citizens live in small towns and villages. It is there, on the social periphery, that paternalistic attitudes are most entrenched. This population is almost totally lacking in the material or spiritual resources, or the social means to change its position and lift itself out of its chronic depression.
This chaotic mass of people is the bedrock of our corruption. This is inevitable, constantly driven back into poverty as it is , swelling the ranks of the unemployed, lacking all political organization, sustained by none of the structures of a civil society.
Corruption is increasing almost exponentially. It dominates almost all sectors of society and all levels of power, including (so we are being told) the highest levels, headed by the president and prime minister. It is one of the most destructive consequences of the lack of structural and functional differentiation in contemporary public life.
Movement means life, as we all know. Today’s “God, Tsar and Motherland” personified by Putin asks us to agree that morning gymnastics Russian-style (“rising from our knees” to drums and fanfares) means movement, life. And everyone believes them. They go through the motion of those morning gymnastics. Keeping their clenched fist in their pocket. Ready to beat up anyone who falls down.
But we’re going to fall down – and we’ll fall down together.
If we go on like this we will very soon bring about the end of the cultural and historical phenomenon that is still known as Russia.”
Ολόκληρο το κομμάτι εδώ. Διαβάστε το, είναι ενδιαφέρον.
Το Παιχνίδι παραχόντρυνε… Και θα συνεχίσει να χοντραίνει.
Σε παλαιότερο ποστ επιχειρούσα μια ιστορική προσέγγιση της γεωπολιτικής σύγκρουσης που έμεινε γνωστή με το όνομα Μεγάλο Παιχνίδι. Κύρια θέση του ποστ εκείνου ήταν ότι το Παιχνίδι αποτελούσε -και αποτελεί- νομοτελειακό αποτέλεσμα της γεωπολιτικής πραγματικότητας και της ιστορικής εξέλιξης. Η Ρωσία είναι ότι είναι επειδή βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, και κάνει ό,τι κάνει επειδή όποια άλλη επιλογή θα ήταν για την ίδια απλώς χειρότερη. Αντιστρόφως, η εκάστοτε δυτική δύναμη που αντιμάχεται την έξοδο της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες, εμπλέκεται σ’αυτήν την αμφίβολη και ενεργοβόρα σύγκρουση διότι κάθε απόπειρα απομάκρυνσης εν τέλει αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο ενεργοβόρα και επικίνδυνη από αυτήν καθ’εαυτήν την εμπλοκή. Μια Ρωσία που απλώς θα αποδεχόταν την κυριαρχία της Δύσης στην Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό, θα ήταν μια χώρα με ημερομηνία λήξεως: καταδικασμένη στην υπανάπτυξη, περικυκλωμένη, και βασισμένη πλήρως για την επιβίωσή της στην καλή θέληση (ή τις διαφωνίες) των δυτικών δυνάμεων. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα πρόσφατά μας χρόνια λέει αυτήν την ιστορία: η αποδοχή από την Σοβιετική Ένωση του Λενινιστικού δόγματος εξήγησης σχετικά με τον ιμπεριαλισμό και -κατά συνεπαγωγή- η απόσυρσή της από το Μεγάλο Παιχνίδι είχαν συντριπτικές συνέπειες για την εσωτερική της οικονομία, ενώ απάλλαξαν το δυτικό στρατόπεδο από μια σημαντική πίεση. Η βεβιασμένη (σχεδόν πανικόβλητη) επανείσοδος στον αγωνιστικό χώρο με την εισβολή στο Αφγανιστάν συνέβη πολύ αργά.
Παρομοίως, μια Δύση που θα παραχωρούσε αμαχητί την Ανατολική Μεσόγειο και την Υποήπειρο στην ρωσική επιρροή θα’ταν μια αποβιομηχανοποιούμενη οντότητα, με συνεχώς συρρικνούμενη την οικονομική της δυναμικότητα λόγω προβληματικής πρόσβασης σε πηγές και αγορές. Ειδικά για την δυτική Ευρώπη (που είναι χαρακτηριστικά φτωχή σε πηγές, γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή της ήδη από τα χρόνια των Σταυροφοριών), αυτό θα αποτελούσε πρωτοφανές πισωγύρισμα περίπου 600 ετών, στην προαποικιακή εποχή, και θα έφερνε σχεδόν μαθηματικά την υποδούλωσή της (φανερή ή όχι δεν έχει πρακτική σημασία) στην Ρωσία.
Το Μεγάλο Παιχνίδι είναι γεωπολιτική αναγκαιότητα. Και δεν πρόκειται να σταματήσει, παρά μόνον στην υποθετική περίπτωση της απόλυτης εξοντώσεως ή υποδουλώσεως μιας εκ των δύο πλευρών. Και οι κύριες στοχεύσεις των αντιπάλων ιμπεριαλισμών και, κατά συνέπεια, τα κύρια μέτωπα της σύγκρουσης παραμένουν σταθερά δεδομένα μέσα στον χρόνο: Ανατολική Μεσόγειος, Αφγανιστάν και Πακιστάν, εν τέλει Ινδία. Αυτά που δεν παραμένουν σταθερά δεδομένα μεσ’ τον χρόνο, αλλά είναι συνεχώς μεταβαλλόμενα μεγέθη είναι η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η αμεσότητα της εμπλοκής των πρωταρχικών παιχτών: το πόσο ανοιχτά πολεμική θα είναι η αναμέτρηση, και το πόσο οι εκάστοτε δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορικές δομές θα προχωρήσουν σε ανάπτυξη δικών τους δυνάμεων στην περιοχή, (επανα)καθορίζονται κάθε φορά ανάλογα με πληθώρα παραγόντων οικονομικών και πολιτικών (χωρίς αυτό να σημαίνει ωστόσο ότι ο καθορισμός γίνεται επί μηδενικής βάσεως…Τουναντίον!).
Κατά την ιστορικά κύρια φάση του Μεγάλου Παιχνιδιού, αυτήν ανάμεσα στην Βρετανική Αυτοκρατορία και την Ρωσία (κατά τον 19ο αιώνα), και οι δύο πλευρές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για τη διατήρηση αυτών των δυο μεγεθών όσο πιο κοντά στο μηδέν ήταν δυνατόν.Και το Λονδίνο και η Μόσχα αντιλαμβάνονταν ότι μια καθαρή νίκη στο Παιχνίδι θα εξασφάλιζε αυτόματα, για τον μεν νικητή απόλυτο πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων δυνάμεων, για τον δε χαμένο απλά την ανυπαρξία. Η επίτευξη όμως αυτού του καθαρού αποτελέσματος στην Κεντρική Ασία και τα Βαλκάνια απαιτούσε ολικό πόλεμο, που κινδύνευε μάλιστα μετά την έναρξή του να αποδειχθεί ατελείωτος. Η μεν Μόσχα έκρινε ότι θα μπορούσε να περιμένει καλύτερες μέρες, το δε Λονδίνο αποφάσισε να επαναπαυθεί στην βιομηχανική ανάπτυξη που του χάριζαν απλόχερα οι πηγές και οι αγορές των αποικιών. Το Παιχνίδι έγινε θέμα των ντόπιων αντιπροσώπων των δυο Αυτοκρατοριών, και η σύγκρουση λάμβανε χώρα κυρίως μέσω διπλωματών, κατασκόπων, ανταρτών, σαμποτέρ, προβοκατόρων, τραπεζών, εταιριών -με αποφυγή όσο δυνατόν εκτεταμένων και μακροχρόνιων συγκρούσεων, αιματοχυσιών και ανάπτυξης ταυτόχρονα βρετανικών και ρωσικών στρατευμάτων.
Το Μεγάλο Παιχνίδι ήταν σύγκρουση που διεξαγόταν έτσι διότι το κόστος που απαιτείτο για την ολική νίκη σ’αυτό, καθώς και το ρίσκο της πιθανής ήττας ήταν τεράστια, ενώ οι πολιτικές και οι οικονομικές συνθήκες δεν δικαιολογούσαν σε καμμία περίπτωση την ανάληψη αυτού του κόστους και αυτού του ρίσκου από κανέναν από τους αντιμαχόμενους. Η Βρετανία είχε πλεονέκτημα σαφές από την μη κατάληξη της σύγκρουσης και άρα κανέναν λόγο να επιδιώξει την βίαια λύση, ενώ η τσαρική Ρωσία μπορούσε με σχετική ασφάλεια να εκτιμά ότι αυτή καθ’εαυτή η ύπαρξή της θα απειλείτο περισσότερο από έναν ανοικτό πόλεμο με το Λονδίνο, παρά από την χρόνια υπανάπτυξη που προκαλούσε η έλλειψη εξόδου στις “θερμές θάλασσες”. Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι ο υπολογισμός αυτός αποδείχτηκε λανθασμένος στην βάση του: οι εξαθλιωμένοι του εσωτερικού μ’ένα μικρό γερμανικό σπρώξιμο ήταν δυνητικά πιο θανάσιμος εχθρός από τους υπερχορτάτους του Μπάκιγχαμ. Αλλά όταν η τσαρική κυβέρνηση σχεδίαζε βάσει αυτού του συλλογισμού, αυτός έμοιαζε απολύτως σωστός.
Οι εποχές όμως αλλάζουν. Και τα παιχνίδια επίσης…
Το Μεγάλο Παιχνίδι στην Κεντρική Ασία (κι όχι μόνο) γίνεται ολοένα και βιαιότερο. Η παλιά τακτική της αποφυγής των εκτεταμένων συγκρούσεων έχει εν πολλοίς αντικατασταθεί από ανοιχτές στρατιωτικές επεμβάσεις, ήδη από την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ, φυσικός διάδοχος της Βρετανίας στην περιοχή, έδειξαν για καιρό ότι μένουν πιστές στο διπλωματικό δόγμα των Λόρδων και αποφεύγουν την απευθείας ανάμειξη, μόνο και μόνο για να χωθούν στο τέλος το ίδιο βαθειά με τους Ρώσους σε μια εισβολή στο Αφγανιστάν επί Μπους του Β’. Οι κάποτε χειρουργικές τρομοκρατικές ενέργειες – προβοκάτσιες, που’χαν στόχο την υποδαύλιση μίσους, είτε ανάμεσα στις ντόπιες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες, είτε ανάμεσα στους ντόπιους και την αντίπαλη αυτοκρατορία, αντικαθίστανται γοργά από μαζικές τρομοκρατικές πράξεις με εκατοντάδες νεκρούς κάθε φορά. Οι δε επαναστάσεις, ταραχές, και μικροεμφύλιοι της περιοχής γίνονται φαινόμενα συχνότερα, μακρύτερης διάρκειας, και πολύ μεγαλύτερων αριθμών θυμάτων. Και οι δυο πλευρές έχουν αφήσει στην άκρη τα γάντια του τζέντλεμαν όσον αφορά την Κεντρική Ασία και την Υποήπειρο και χτυπιούνται με μανία. Σχεδόν σαν να έχει γίνει ξαφνικά αμελητέο το κόστος ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου… Ή μήπως έχει όντως γίνει;
Προ δύο μηνών έπεσε στα χέιρα μου ένα ενδιαφέρον κείμενο του Λόρεν Γκόλντνερ με τίτλο “Το πλασματικό κεφάλαιο για αρχαρίους: Ιμπεριαλισμός, “Αντιϊμπεριαλισμός” και η διαρκής επικαιρότητα της Ρόζα Λουξεμπουργκ”, το οποίο το θεώρησα ιδιαίτερα διαφωτιστικό για τα πολιτικά συμβαίνοντα των τελευταίων τριάντα ετών. Το κείμενο αυτού του ποστ γραφόταν, όταν ανακάλυψα το ίδιο κείμενο μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον visqom@yahoo.com και αναρτημένο στο Indymedia, καθώς επίσης και στο ιστολόγιο του Χρίστου Μόρφου. Το κείμενο αυτό αποτελεί από μόνο του -αν και δεν ήταν αυτός ο στόχος του συγγραφέα του- μια πολύ καλή απάντηση στις ερωτήσεις: “Γιατί χόντρυνε τόσο το Μεγάλο Παιχνίδι;” και “Γιατί θα συνεχίσει να χοντραίνει;” Διαβάστε το! Βέβαια υπάρχει μια ακόμη ερώτηση κλειδί που απαιτεί απάντηση -επειγόντως:
“Μέχρι ποίου σημείου θα επιτρέψουμε στο Παιχνίδι να χοντρύνει;”